Πέμπτη 22 Μαΐου 2014

Απομαγνητοφώνηση διάλεξης - Ημέρα Μνήμης Γενοκτονίας Ποντιακού Ελληνισμού - Ν.Λυγερός

Θα ήθελα πρώτα να πω ότι είναι τιμή να βρισκόμαστε εδώ. Δε θέλω να σας ευχαριστήσω που είστε εδώ, γιατί είναι καθήκον. Είναι λογικό να είστε εδώ, είναι αναμενόμενο, απλώς πολλοί δε το πιστεύουν κι έρχονται εδώ για άλλους λόγους. Δεν μας πειράζει, ποτέ δεν μας πείραξε, για έναν πολύ απλό λόγο: Οι νεκροί δε ψηφίζουν. Άρα ας ασχοληθούμε μ’αυτούς γιατί είμαστε επί της ουσίας.

Χαίρομαι πάρα πολύ σήμερα με αυτά που είδα, μ’αυτά που είναι πίσω μου γιατί είναι και μπροστά βέβαια. Ξέρετε, με τους Πόντιους όλα γίνονται παράξενα. Μπροστά στο μνημείο με έβαλαν πίσω απ’τον παπά, και τώρα στην εκδήλωση με έβαλαν μπροστά στην νεολαία. Άρα κάποιο ενδιάμεσο θα υπάρχει, θα το καταλάβατε κι εσείς.

Η ιδέα είναι απλή: Δεν ερχόμαστε εδώ μόνο και μόνο για να πούμε ότι ήρθαμε κι ότι θα ξανά’ρθουμε την επόμενη χρονιά. Ερχόμαστε εδώ επειδή υπάρχει μια ανάγκη. Ακούμε πολλά, βλέπουμε λίγα. Πολλές κινήσεις, λίγες πράξεις.

Οι Έλληνες είναι της αξίας, όχι των αρχών. Κανένας στην Ελλάδα δεν πιστεύει στις αρχές. Ούτε πριν, ούτε τώρα, ούτε στο μέλλον. Γι’αυτό είμαστε διαχρονικοί. Οι αρχές αλλάζουν, μερικές φορές συνεργάζονται, μερικές φορές μας βασανίζουν, μερικές φορές μας καταπιέζουν. Σε εμάς, ο νόμος είναι νόμος μόνο όταν είναι ανθρώπινος. Δεν είμαστε του ρωμαϊκού δικαίου. Ο νόμος όταν είναι σκληρός δεν τον δεχόμαστε. Πρέπει να καταλάβουμε επιτέλους ότι το θέμα της γενοκτονίας δεν είναι πια ιστορικό. Η ιστορία το κατέγραψε. Το πρόβλημα τώρα είναι ότι είναι ανθρώπινο. Αν εμείς το ξεχάσουμε, αν δεν διεκδικήσουμε την ύπαρξή του, τότε εξαφανίζεται.

Μη περιμένετε τίποτα, μα τίποτα, από τους ακαδημαϊκούς, ποτέ. Αυτοί έρχονται πάντα μετά, όταν μελετούν το πρόβλημα. Μη περιμένετε τίποτα από τους ιστορικούς. Και αυτοί έρχονται μετά, για να μας εξηγήσουν τι πάθαμε. Η ιστορία γράφεται με ανθρώπους, όχι με ειδικούς. Αυτό που έγραψαν οι Πόντιοι, κι αποτέλεσε την έμπνευση για τον Lemkin για να επινοήσει τη λέξη γενοκτονία, συνδυάζοντας μια λέξη Ελληνική και μια λέξη Λατινική για να δείξει σε όλους ότι δεν είναι κάτι το τοπικό, δεν είναι κάτι το εθνικιστικό, είναι κάτι το πανανθρώπινο.

Μας λείπει τόσο πολύ η νοημοσύνη που δεν καταλαβαίνουμε ότι κάθε φορά που κάποιος λέει την λέξη γενοκτονία, αναγνωρίζει αυτόματα την γενοκτονία των Ποντίων, τον Αρμενίων και των Ασσυρίων, γιατί είναι αυτές οι γενοκτονίες που αποτέλεσαν το παράδειγμα για τον Lemkin για να βρει αυτή τη λέξη, γιατί δεν υπήρχαν λόγια.

Υπάρχει τόσο έλλειψη που συνεχίζουμε την ώρα της ημέρας της γενοκτονίας να ζητάμε λεπτό σιωπής. Δεν έχουμε καταλάβει τίποτα. Οι γενοκτόνοι αυτό ήθελαν, να σωπάσουμε. Γι’αυτό το βλέπουμε και στη βίβλο, τα λόγια είναι απλά: Ακόμα κι αν σωπάσουν οι άνθρωποι θα βγάλουν κραυγή οι πέτρες.

Εδώ εσείς πρέπει να είστε πέτρες. Κανένας δε μπορεί να μας επιβάλει να σωπάσουμε. Σωπαίνουμε για έναν, όχι για μια γενοκτονία. Ο στόχος της γενοκτονίας είναι να μη μιλάμε. Κανονικά θα έπρεπε να βγάζουμε μια κραυγή, για να δείξουμε στους γενοκτόνους ότι δεν έκαναν καλά την δουλειά τους, ότι είμαστε ακόμα εδώ, μετά από χρόνια, και δε πρόκειται να φύγουμε.

 Δεν πρόκειται να κοιτάμε τον Πόντο από μακριά. Ο Πόντος είναι κατεχόμενα. Πρέπει λοιπόν να συνεχίσουμε αυτό τον αγώνα για να προετοιμαστούμε.

Το θέμα δεν είναι μόνο η συγγνώμη. Συγγνώμη λένε πολλοί, δεν κάνουν τίποτε άλλο. Και να πουν συγγνώμη τι θα γίνει; Και να το ξέρετε, για όσους ξέρουν από στρατηγική, σε κάποια φάση θα πουν συγγνώμη και μερικοί από μας θα σταματήσουν. Δεν έχουν καταλάβει ότι είναι μόνο η αρχή. Η διαδικασία διόρθωσης έχει πολλά στάδια, η αναγνώριση είναι μόνο το πρώτο στάδιο, τίποτα άλλο. Στη διόρθωση η συγγνώμη δε φτάνει. Γιατί δεν μπορείς να γενοκτονήσεις τόσους ανθρώπους και απλώς να πεις συγγνώμη, μη μείνετε πάνω σ’αυτή τη λέξη. Αυτή η λέξη είναι η πρώτη μόνο, δεν είναι η τελευταία.

Πρέπει κι εμείς να καταλάβουμε ότι αν θέλουμε να πετύχουμε διεθνή αναγνώριση, πρέπει να αναγνωρίζουμε κι εμείς τους άλλους. Χαίρομαι γιατί φέτος η παμποντιακή αποφάσισε να αναγνωρίσει τη γενοκτονία των Ασσυρίων. Είναι ένα έλλειμα και για την Ελλάδα, γιατί είμαστε τρεις γενοκτονίες. Μια τριάδα γενοκτονίας με τον ίδιο θύτη, με την ίδια στρατηγική, κι εμείς ακόμα έχουμε αναγνωρίσει τις δύο πρώτες μόνο. Και δεν έχουμε καταλάβει ότι όταν πηγαίνουμε στα δικαστήρια μας λένε: «Μα εσείς οι ίδιοι δεν αναγνωρίσατε αυτό που λέτε».

Είμαστε τρεις, όχι ξεχωριστά, τρεις, όπως το λέει η θρησκεία, μια τριάδα. Αυτή η τριάδα είναι που πέτυχε τα αποτελέσματα και στη Σουηδία, και στην Ευρωπαϊκή ένωση, και στην Αυστραλία. Μεμονωμένοι δεν πετυχαίνουμε.

Ο γενοκτόνος έχει σχέδιο, έχει στρατηγική, έχει γεωπολιτική. Το θύμα δεν καταλαβαίνει τι γίνεται στην αρχή, δε το πιστεύει, δεν καταλαβαίνει που το πάνε, κι ακόμη κι αν τους προειδοποιήσουμε λένε «δε μπορεί να γίνεται αυτό». Κι όμως γίνεται.

Πρέπει να είμαστε σοβαροί. Είναι πραγματικά μερικοί εδώ που πιστεύουν ότι κάνοντας αυτές τις εκδηλώσεις επαρκεί για να μη ξαναγίνει γεκοντονία; Μα ακόμη και τώρα γίνονται γενοκτονίες. Αυτές οι εκδηλώσεις γίνονται απλώς για να ενεργοποιήσουμε τη νεολαία. Πόσες φορές έχετε δει νεολαία με μαύρα; Κι όμως είναι αυτό που τους περιμένει, γιατί στις γενοκτονίες δεν υπάρχει νεολαία, υπάρχουν μόνο γέροι. Οι γενοκτονίες λειτουργούν με τους αιώνες.

Πολύ σωστά το είπατε: μιλάμε και στους αγέννητους. Είναι αυτό που θα θυμούνται. Το τι κάναμε εμείς, το τι θα κάνουμε, το τι θα τους παραδώσουμε. Δεν αρκεί πια να λέμε ότι ήμασταν θύματα. Οι Έλληνες του Πόντου δεν γεννήθηκαν θύματα. Είχαν ήδη πολιτισμό. Κι επειδή είχαν πολιτισμό έγιναν θύματα της βαρβαρότητας. Γιατί πρόκειται περί βαρβαρότητας.

Το άκουγα που το έλεγε ένας κύριος: Για ποιο πράγμα μιλάμε, όταν ακούμε για την ενταξιακή πορεία; Είναι απαράδεκτο. Είναι πολύ απλό: Η γενοκτονία είναι κριτήριο. Δεν μπορούμε να έχουμε μια βαρβαρότητα ενσωματωμένη στον πολιτισμό. Είναι πολύ ξεκάθαρο το πλαίσιο, δεν υπάρχει καμία διπλωματία πάνω σ’αυτό. Δεν είμαστε σε πλαίσιο συζήτησης αν υπάρχει ή όχι γενοκτονία. Η γενοκτονία υπάρχει, εν αρχή η γενοκτονία, και μετά συζητάμε. Αλλιώς δεν έχει νόημα, απορρίπτουμε τον ίδιο μας τον εαυτό. Συνεχίζουμε να κάνουμε τα ίδια με τους προηγούμενους ενώ δεν έχουν κάνει τίποτα.

Η γενοκτονία των Αρμενίων είναι απαγορευμένη στην Τουρκία. Μπορεί να ‘χεις φυλάκιση δέκα χρόνων, μόνο και μόνο επειδή το λες. Το ίδιο για τα κατεχόμενα στην Κύπρο. Κι εμείς αναρωτιόμαστε ακόμα τι πρέπει να κάνουμε. Είναι πολύ απλό. Πρέπει να είμαστε κι εμείς σ’αυτό το άρθρο. Πρέπει και η γενοκτονία των Ποντίων να είναι κι αυτή απαγορευμένη, αλλιώς δεν έχουμε ενοχλήσει την ανθρωπότητα.

Η βαρβαρότητα είναι απλή, όταν την κοιτάζετε κατάματα, ξέρετε τι είστε. Δεν είναι ανάγκη να κλαίμε κάθε φορά, όμως υπάρχει ανάγκη να παλεύουμε. Υπάρχει ανάγκη να υπάρχει αγώνας, κι αυτός ο αγώνας πρέπει να έχει συνεχιστές. Δεν μπορεί να είμαστε μόνο εμείς οι γέροι πάντα. Και μετά;

Εδώ έχουμε ήδη γριές μαζί μας τώρα. Είναι νέες, αλλά φόρεσαν το μαύρο. Το φως του μαύρου. Αυτό που επιτρέπει στους ανθρώπους να καταλάβουν τι είναι το χρώμα. Βάζουμε φορεσιές και νομίζουμε ότι έχουν κάποια αξία, ενώ είμαστε σε καρναβάλι. Πρέπει να καταλάβουμε ότι κάθε λεπτομέρεια έχει σημασία, κάθε λεπτομέρεια.

Εδώ είμαστε όλοι μαζί γιατί δε ξεχάσαμε τους νεκρούς. Πολύ συχνά όμως ξεχνάμε τους αγέννητους. Είμαστε κουρασμένοι μερικές φορές. Αλλά ποιος μπορεί να πει σε ένα θύμα της γενοκτονίας ότι «κουράστηκα για σένα»; Αυτοί δεν είχαν καν το δικαίωμα να κουραστούν. Δεν είχαν καν το δικαίωμα να κλάψουν.

Είμαστε εδώ λόγο ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Αν δεν κάνουμε τίποτα εμείς, θα τους ξεχάσουν όλοι. Είμαστε αυτοί που αντιπροσωπεύουν την ανθρωπότητα, όπως κι αυτοί αντιπροσώπευσαν την ανθρωπότητα. Είναι εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, δεν έχουν τίποτα το τοπικό. Πρέπει λοιπόν να καταλάβουμε ότι όταν είμαστε ενωμένοι, τότε υπάρχουν αληθινές δυσκολίες.

Όταν έγινε αυτό το μνημείο (στην πλατεία Αγίας Σοφίας) είχαμε προβλήματα. Καλώς, πήραμε πόντο. Άμα βάζετε μνημεία και δεν έχετε προβλήματα, δεν είναι ανάγκη να τα βάλετε. Έγραψες βιβλία (απευθυνόμενος στον Φωτιάδη) κι είχες προβλήματα. Καλώς, πήρες πόντο. Δεν υπάρχει κανένας που να παλεύει ενάντια στην βαρβαρότητα και να μην έχει προβλήματα. Όσοι δεν έχουν προβλήματα, είναι πολύ απλό: δεν κάνουν τίποτα που να ενοχλεί.

Ο Lasker, πρωταθλητής του κόσμου στο σκάκι, το έλεγε: Μην ψάχνεις την καλύτερη κίνηση, βρες την καλή, εκείνη που ενοχλεί τον αντίπαλο. Θα ήθελα να αναρωτηθείτε πόσες φορές έχετε ενοχλήσει την βαρβαρότητα. Σε πόσες μαύρες λίστες ανήκετε επειδή θεωρούν ότι είναι απαράδεκτο αυτό που κάνετε επειδή προωθείτε το θέμα της γενοκτονίας.

Αν το αξιολογήσετε σιγά-σιγά θα καταλάβετε γιατί εμείς στην Ελλάδα όταν έχουμε έναν νεκρό που παρήγε ένα έργο λέμε απλώς «άξιος» όταν πέθανε. Πρέπει λοιπόν να καταλάβουμε ότι αν ο Πόντος έγινε θύμα της βαρβαρότητας είναι επειδή ο πολιτισμός που είχε δημιουργήσει ήταν σημαντικός, ενοχλούσε και παρενοχλούσε.

Έχουμε περάσει από πολλά στάδια για το θέμα του Πόντου. Έχουμε περάσει από το ανύπαρκτο, σιγά-σιγά φτάσαμε στο ανέκδοτο, τώρα φτάνουμε στην διεκδίκηση. Χρειάζεται όμως και περηφάνια, χρειάζεται ενθουσιασμός, χρειάζονται αντοχές και ανθεκτικότητα. Δεν θα τελειώσουμε τώρα. Όταν ακούτε ότι όλος αυτός ο αγώνας γίνεται για να αναγνωριστεί από την Τουρκία, αυτό θα είναι στο τέλος.

Αυτό που θέλουμε -το είπε ο πρόεδρος πολύ σωστά- είναι τη διεθνή αναγνώριση. Η διεθνή αναγνώριση δε θα γίνει από την Τουρκία, θα γίνει από όλα τα κράτη που σέβονται τον πολιτισμό, που θεωρούν ότι είναι απαράδεκτος όποιος και να προωθεί οποιαδήποτε βαρβαρότητα. Και γι’αυτό το λόγο πρέπει τώρα επιτέλους να περάσουμε και στο επόμενο στάδιο και να απαγορεύσουμε τη βαρβαρότητα.

Δεν υπάρχει Έλληνας που να αποδέχεται τη βαρβαρότητα. Είναι εναντίον του Ελληνισμού. Δε μπορεί απλώς να λέμε ότι δεν μας ενοχλεί αφού εμείς το πιστεύουμε. Αντιθέτως, μας ενοχλεί, γιατί κάθε φορά που κάποιος βρίζει τη γενοκτονία, βρίζει τους προγόνους μας, και δε λέμε τίποτα. Το ονομάζουμε ελεύθερη έκφραση… είναι ελεύθερη αηδία, είναι ελεύθερη δειλία. Γιατί απλώς δεν έχουμε τα κότσια, γιατί δεν υπάρχουν μαγαζιά που να αγοράζεις κότσια. Αλλά ευτυχώς, αυτοί που ήρθαν απ’τον Πόντο ήρθαν με κότσια.

Άρα πρέπει όλοι εμείς να καταλάβουμε, και να μην είμαστε Πόντιοι -δεν πειράζει, δεν είμαστε όλοι τέλειοι- η προσφορά του Πόντου στον Ελληνισμό είναι ένα τεράστιο θέμα και νομίζουμε απλώς ότι είναι ένα θέμα με ένα κομμάτι του πληθυσμού. Καμία σχέση, ο Πόντος είναι ένα σημείο αναφοράς, κι αν δεν ήταν δε θα είχε γενοκτονηθεί.

Θέλω να δείτε κι εσείς κάτι το πολύ απλό: Όταν μιλάμε για την γενοκτονία των Ποντίων, οι Πόντιοι μιλάν για την Ρωμανία. Οι Πόντιοι μιλάνε για την Ρωμανία γιατί ήταν ακόμα και μετά απ’αυτήν εκεί. Οι Πόντιοι τραγούδησαν την Κωνσταντινούπολη γιατί ήταν ακόμη εκεί. Το θέμα εδώ ποιο είναι: είναι ότι μετά τους Πόντιους δεν υπήρχε κανένας άλλος. Ποιος τραγουδάει για τον Πόντο, γι’αυτό που έζησε;

Είναι το πρόβλημα του τελευταίου: Όταν είσαι τελευταίος μιλάς για τον προτελευταίο, όταν όμως είσαι ο τελευταίος, ποιος θα μιλήσει για σένα; Πρέπει λοιπόν πολύ απλά -είναι μια συμβουλή του ίδιου του Χριστού: Οι τελευταίοι θα είναι οι πρώτοι. Αν δεν καταλάβουν οι Πόντιοι ότι δεν είναι πια οι τελευταίοι, αλλά είναι οι πρώτοι που θα διεκδικήσουν πράγματα συγκεκριμένα για να δείξουν ως αιχμή του δόρατος και στους άλλους ότι δεν γονάτισαν, ότι ακόμη και μια γενοκτονία δε τους καθήλωσε, ότι είναι ακόμη εδώ και συνεχίζουν γιατί πολύ απλά δε τα κατάφεραν οι γενοκτόνοι.

Οι οθομανοί, οι νεότουρκοι, ο Κεμάλ, δεν ήταν αρκετοί για να μας εξοντώσουν. Θα μου πείτε είναι λογικό, με τους Έλληνες πάντοτε ο εχθρός πρέπει να είναι ισχυρότερος, αλλιώς δεν παίζουμε.

Άρα κάθε φορά που ακούω κάποιον που μου λέει: «μα είναι δυνατόν να αντισταθούμε σ’αυτούς που είναι αυτή η δύναμη, που είναι αυτός ο πληθυσμός, που είναι αυτή η οικονομία»; Και βέβαια είναι δυνατόν γιατί εμείς δεν κάνουμε τίποτε άλλο εδώ και αιώνες. Πάντοτε ήμασταν αδύναμοι, πάντοτε γκρινιάζαμε και είμαστε πάντα εδώ. Και γι’αυτό έχουμε επιλέξει σαν σύνθημα για την Ελλάδα «Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει».

Άρα όσοι νομίζουν ότι πρόκειται να πεθάνουμε, όσοι έχουν το σύνδρομο της Στοκχόλμης, όσοι είναι ραγιάδες, όσοι είναι προδότες, δεν μας πειράζουν. Έχουμε αιώνες που ζούμε με όλους αυτούς, ποτέ δε μας ενόχλησαν για να αποτελέσουμε ένα δώρο για την ανθρωπότητα. Ο Ελληνισμός είναι αυτό το δώρο. Το ποντιακό στοιχείο είναι ένα κομμάτι απ’αυτό το δώρο.

Μη βλέπετε τους Πόντιους με μίζερο τρόπο. Άμα κάνουν λάθη όταν διεκδικούνε κάτι, να το λέτε. Θα σας δώσω ένα παράδειγμα. Σ’αυτά που βλέπετε, κάποιοι έβαλαν τον μονοκέφαλο αετό ανάποδα. Αν νόμιζαν ότι δε θα τους έλεγα τίποτα κάνουν λάθος. Να αλλάξουν τις σημαίες, να τις κατεβάσουν όταν είναι ανάποδα γιατί δεν αποτελούν πια σύνθημα.
Ο Πόντος κοιτάει την Κωνσταντινούπολη, ο Πόντος κοιτάζει αυτό που πρέπει να κοιτάζουμε κι εμείς. Η Κωνσταντινούπολη είναι το κέντρο, εδώ και αιώνες. Δεν έχουμε επιλέξει καμία άλλη πόλη που να την ονομάζουμε «πόλη». Καμία άλλη, μία είναι η πόλη, κι αν τώρα είναι κατεχώμενα, δεν μας πειράζει, πάλι θα είναι δική μας.



Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2014

Εθελοδουλία ή ελευθερία/Ν.Λυγερός. Απομαγνητοφώνηση διάλεξης.

«Θεώρησε τον εαυτό σου ελεύθερο ή σκλάβο, όλα εξαρτώνται από εσένα» (Φράση του Επίκτητου) Όταν ξέρετε ότι το έχει πει φιλόσοφος στωικός, έχει ενδιαφέρον. Γιατί σας υπενθυμίζω ότι ο ίδιος ήταν σκλάβος, κι απελευθερώθηκε. Αλλά ξέρει ακριβώς τι σημαίνει σκλάβος, ενώ νομίζω ότι μερικοί Έλληνες τώρα δεν ξέρουν πια τι σημαίνει και νομίζουν ότι είναι το ίδιο.

Είναι μερικοί που θεωρούν ότι μπορούν να πουλήσουν τον εαυτό τους. Δεν πάει τόσο εύκολα, γιατί άμα πουλήσετε τον εαυτό σας, σε ποιόν θα δώσουμε τα χρήματα; Άρα, η ιδέα, είναι ότι μπορείτε να πουλήσετε τους άλλους, ή να ξεπουλήσετε ακόμα και τους άλλους και να ξέρετε ότι όταν ξεπουλάτε δεν είναι θέμα χρηματικό. Για να πουλήσετε πρέπει να υπάρχει αγοραστής, για να ξεπουλήσετε δεν είναι ανάγκη. Άρα να είμαστε πολύ προσεκτικοί όχι τόσο πολύ με αυτούς που πουλούν αλλά με αυτούς που ξεπουλούν. Γιατί οι πρώτοι έχουν ανάγκη από ανθρώπους που θα καταβάλουν ένα ποσό, κι οι δεύτεροι δεν έχουν ανάγκη από τίποτα.

Άμα πάτε λίγο στο εξωτερικό θα δείτε μερικά χαρακτηριστικά που έχει η σημαία μας που δεν τα αντιλαμβάνεστε. Η σημαία μας έτσι όπως είναι τοποθετημένη έχει πάντοτε έναν ιστό που έχει τον σταυρό. Αν πάτε σε άλλη χώρα, όπως είναι η Κύπρος, θα δείτε πως δεν ισχύει.

Μία σημαία πρέπει να είναι επιθετική. Αυτό μπορεί να σας ξαφνιάσει, άρα τι εννοώ: Εννοώ ότι διεκδικεί κάτι, λέει κάτι. Στη σημαία μας υπάρχει κάτι που είναι το θετικό. Το Θετικό βέβαια είναι ο σταυρός, το επιθετικό στοιχείο είναι οι λωρίδες. Οι λωρίδες λοιπόν έχουν σε συλλαβισμό το ελευθερία ή θάνατος, που είναι πολύ χαρακτηριστικό. Αν το σκεφτείτε ότι ένας ολόκληρος λαός μπορεί να επικεντρωθεί πάνω σ’αυτές τις δύο έννοιες, έχει ενδιαφέρον πώς το υποφέρει η κοινωνία. Στην κοινωνία ακούτε συνεχώς ότι πρέπει να συμβιβαζόμαστε, πρέπει να τα βρίσκουμε, πρέπει να αποδεχόμαστε, πρέπει να υπάρχει ισορροπία, πρέπει να υπάρχει ομόνοια, και όλοι αυτοί που λένε αυτό το πράγμα, είναι αυτοί που σηκώνουν μια σημαία που λέει ελευθερία ή θάνατος. Καταλαβαίνετε πόσο συμβιβαστικό σύνθημα επιλέξαμε για να μας χαρακτηρίσει.

Άρα, πρέπει να καταλάβουμε το εξής: αυτό που λέει ο Επίκτητος είναι θέμα απόφασης. Όχι των άλλων, δικής σου.

Αυτός που είναι ο ιδιοκτήτης του Επίκτητου σε κάποια φάση προσπαθεί να τον βασανίσει. Και του λέει «αν συνεχίσεις θα μου σπάσεις το χέρι». Τελικά του το σπάζει, και του λέει λοιπόν ο Επίκτητος «το ‘σπασες, είδες;» Να ξέρετε ότι αυτές οι ερωτήσεις ενοχλούν πάρα πολύ τους βασανιστές. Πάρα πολύ. Προτιμούν κάποιον που ζητάει ελεημοσύνη.

Ο Ελληνισμός είναι ένας λαός του χρόνου και της αξίας. Αυτό του προκαλεί πολλά προβλήματα, αλλάτα ξεπερνάει γιατί είναι ακόμα εδώ. Ένα απ’τα προβλήματα που έχει είναι ότι δεν πιστεύει στις αρχές. Μα καθόλου. Άρα, το λέω συνοπτικά: Αν θυμάστε καλά στο ρωμαϊκό δίκαιο έχουμε την φράση «ο νόμος είναι σκληρός, αλλά είναι ο νόμος». Στον Ελληνισμό εμείς λέμε «ο νόμος είναι νόμος αν είναι ανθρώπινος». Είναι ριζικά διαφορετική η προσέγγιση και θεωρούμε ότι ένας νόμος αν δεν είναι ανθρώπινος δεν πρέπει να τον τηρούμε.

Αν οι αρχές συμβαδίζουν με τις αξίες μας, είναι εντάξει. Αν δεν συμβαδίζουν είμαστε εναντίον. Το χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι ήδη απ’την αρχαιότητα εμείς προτιμούμε την Αντιγόνη από τον Κρέοντα. Δεν συνειδητοποιούμε όλοι πόσο ριζοσπαστική είναι αυτή η προτίμηση. Ο Κρέοντας έχει την εξουσία, όχι την ουσία, αποφασίζει λοιπόν να βγάλει μια νομοθεσία. Έχοντας αυτή τη νομοθεσία υπάρχει νόμος και κανόνας και ακολουθεί το τυπικό, θα λέγαμε σχεδόν το πρωτόκολλο, που μπορεί άλλοι να το λέγανε και σχεδόν σύνταγμα. Έχει ενδιαφέρον να τα σκεφτείτε μ’αυτόν τον τρόπο. Από την άλλη πλευρά έχετε την Αντιγόνη, η οποία είναι μια μικρή, νέα, που θα λέγανε οι περισσότεροι νέοι που βρίσκονται εδώ «τσαούσα» και όχι μόνο λέει ότι «δεν θα ακολουθήσω τον νόμο» αλλά ρωτάει στον νομοθέτη «με ποιο δικαίωμα αλλάζεις τις αξίες μας». Αυτό είναι πολύ εντυπωσιακό. Άμα το σκεφτείτε, αν πάρετε ένα νομοθετικό πλαίσιο και ξαφνικά αντιληφθείτε ότι βγάζει έναν νόμο ο οποίος είναι απαράδεκτος, το πρώτο πράγμα που λέτε είναι «εντάξει, αλλά είναι νόμος, τι να κάνουμε». Μετά θα αρχίσετε να κάνετε την λεγόμενη εκτόνωση, θα πείτε «πάλι το σύστημα μας καταπατεί» και σταματάτε εκεί. Ενώ η Αντιγόνη πάει πολύ πιο πέρα. Και αφαιρεί στον νομοθέτη το δικαίωμα της δημιουργίας του νόμου αν παραβιάζει τις αξίες. Άρα, λέει πολύ ξεκάθαρα ότι εμείς ως Ελληνισμός θεωρούμε πως ότι και να γίνει, ο νεκρός πρέπει να ταφεί. Είναι μεγάλο θέμα.

Αν θέλετε κάτι πιο νέο είναι όταν μιλάμε για τον ανθρωπισμό και σας λέει πως ότι και να έχει γίνει δεν έχεις δικαίωμα να σκοτώσεις άνθρωπο. Τεράστιο θέμα η θανατική ποινή. Λίγοι αντιλαμβάνονται ότι αυτό το νοητικό σχήμα «είμαι εναντίον της θανατικής ποινής» για οποιονδήποτε λόγο -προσέξτε, αυτό μπορεί να είναι δύσκολο μερικές φορές, πολύ δύσκολο- δεν βλέπουν ότι βασίζεται πάνω σ’ένα θεμέλιο. Το θεμέλιο είναι το εξής: Ο νεκρός, δεν μπορεί να αμυνθεί. Θα μου πείτε «μα άμα είναι προδότης». Το θέμα της Αντιγόνης δεν είναι άμα είναι προδότης ή όχι, είναι ότι είναι νεκρός. Και βλέπετε τώρα ότι είναι μια τεράστια υπέρβαση, γιατί δεν εξετάζουμε πια τι έχει κάνει, εξετάζουμε τι είναι. Άρα είναι ένας άνθρωπος ο οποίος είναι νεκρός, ο οποίος, αν δεν γίνει τίποτα από τους άλλους ανθρώπους δεν μπορεί να ταφεί. Θα μου πείτε -ως δικηγόροι του διαβόλου, δεν λέω ότι το πιστεύετε- «καλά να πάθει». Κι όμως δεν πάει έτσι. Αυτό το στοιχείο είναι πολύ σημαντικό διότι όταν θα μπούμε στον χώρο

Όταν θα μπούμε στον χώρο της εκκλησίας και τον χώρο του θανάτου, δηλαδή το πιο σημαντικό για μας, και το βλέπετε ακόμα και στην επιλογή μας -τώρα μιλάω ως Χριστιανός Ορθόδοξος- δίνουμε τεράστια σημασία στο Πάσχα, πολύ μεγαλύτερη από τα Χριστούγεννα. Αυτό δεν είναι μια τυχαία επιλογή. Όταν εξετάζουμε λοιπόν αυτό το γεγονός έχει ενδιαφέρον άμα το σκεφτείτε, ότι και η παράδοσή όταν έχουμε έναν νεκρό, λέει «ζωή σε σας, να τον θυμάστε». Πολλοί μπορεί να το λένε και τυπικά, γιατί έχουν ξεχάσει πόσο ουσιαστικό είναι. Αλλά φανταστείτε για έναν μικρό λαό, αν ξεχνούσε… πρώτα απ’όλα δεν θα υπήρχε πια η έννοια της συνέχειας. Δηλαδή δεν θα είχαμε ρίζες, διότι δεν θα ξέραμε ποια είναι η προέλευση. Αυτό που είναι ουσιαστικό και σημαντικό είναι ότι έχουμε καταλάβει ότι η μνήμη μας επιτρέπει αυτή τη συνέχεια και είναι η μόνη που είναι ικανή να κάνει μια υπέρβαση σε σχέση με τον θάνατο.

Πολύ συχνά θεωρούμε ότι  στην επιλογή ελευθερία ή θάνατος, νομίζουμε ότι είναι μια επιλογή μεταξύ των δύο. Λανθασμένη προσέγγιση. Δεν είναι μια επιλογή μεταξύ των δύο. Το διαζευκτικό δεν εφαρμόζεται εδώ, αλλά στην ιδέα ότι θα είμαστε ή ελεύθεροι, ή νεκροί. Αλλά όχι συμβιβασμένοι και σλάβοι. Στην πραγματικότητα θα ήταν ηλίθιο να πούμε ότι θέλουμε να είμαστε μόνο ελεύθεροι, γιατί σε κάποια φάση θα είμαστε νεκροί. Άρα, η ιδέα ποια είναι: Θεωρούμε στην οντολογία μας, ως Έλληνες, ότι αυτό που είναι σημαντικό είναι όσο είμαστε ζωντανοί να είμαστε ελεύθεροι, κι αν δεν μπορούμε να είμαστε ελεύθεροι δεν πρέπει να είμαστε ζωντανοί. Είναι διαφορετικό.

Θα ήθελα να σκεφτείτε το εξής: Πώς πάει το θέμα της αγάπης με το μίσος. Θεωρούμε αρχικά ότι είναι σημαντική η αγάπη. Άμα σας πω έτσι, ορθά κοφτά, ότι είναι πιο σημαντικό το μίσος, θα ξαφνιαστείτε. Άμα σας πω ότι σημασία έχει το μίσος του μίσους, θα μου πείτε τι σημαίνει αυτό. Εξηγώ: Υπάρχει η μνήμη η οποία μπορεί να παράγει το «θυμάμαι» και μετά υπάρχει το «δεν ξεχνώ». Το «θυμάμαι» είναι παθητικό, που σημαίνει ότι μπορεί και να ξεχάσει. Το «δεν ξεχνώ» ενώ είναι αρνητικό, είναι ενεργητικό. Δεν ξεχνώ, δεν μπορώ να ξεχάσω. Άμα το σκεφτείτε τώρα, πώς περνάμε από την μνήμη, στο «θυμάμαι», μετά, «δεν ξεχνώ», τότε θα καταλάβετε ότι το «δεν ξεχνώ», μας οδηγεί στην αλήθεια, γιατί η αλήθεια είναι η μη λήθη. Δεν οδηγεί η μνήμη στην αλήθεια. Είναι η μη λήθη που οδηγεί στην αλήθεια.

Κάντε τώρα μια μεταφορά δομής, σκεφτείτε την έννοια της αγάπης, που θεωρείτε ότι είναι απλώς θετική, όπως είναι η μνήμη, και ρωτάω τώρα, τι μπορεί να είναι ακόμα πιο σημαντικό. Βλέπετε λοιπόν ότι η μνήμη είναι θετική, μετά λέτε η λήθη είναι αρνητικό, τώρα όμως βάλαμε την μη λήθη και περάσαμε στην αλήθεια. Σκεφτείτε τώρα ότι μπορεί -κι αυτό είναι που μας διδάσκει και η εκκλησία- όχι μόνο η αγάπη να είναι σημαντική, αλλά το μη μίσος. Εξηγώ: Ας πούμε ότι «αγαπώ τον φίλο μου», αυτό δε σημαίνει ότι σας αγαπώ. Ενώ το θεωρούμε ότι είναι θετικό. Αν όμως πω ότι «δεν μισώ» δεν έχω ανάγκη να πω ότι αγαπώ τον φίλο μου, και ταυτόχρονα μπορώ να το πω και για κάποιον άγνωστο.

 Το μήνυμα «αγάπα τον πλησίον» είναι σημαντικό μ’αυτή την έννοια. Δεν λέει να αγαπάς μόνο την οικογένεια, μόνο τον πατέρα, την μάνα, τα αδέρφια, τη γυναίκα σου, τα παιδιά σου.
Στην παλαιά διαθήκη έχουμε το «όχι», μην κάνεις, μην κάνεις, μην κάνεις-ουκ, ενώ αυτό που βλέπουμε στην νέα, δεν είναι μια 11η εντολή, αλλά πάνω-κάτω τι σας λέει: Άμα δεν το πιάσατε με την πρώτη, για τα 10 όχι, τουλάχιστον να ξέρετε ένα «ναι». Άμα κάνετε πραγματικά το ένα «ναι» θα κάνετε τα 10  «όχι» χωρίς να σκέφτεστε το θέμα της απαγόρευσης. Γιατί όταν πραγματικά αγαπάς τον πλησίον σου, δεν κάνεις τα άλλα. Όταν δεν κάνεις τα άλλα, σημαίνει ότι τον αγαπάς; Όχι υποχρεωτικά.

Επανέρχομαι σιγά-σιγά και πάλι στην Αντιγόνη. Αυτό που λέει όταν θάβουμε τον νεκρό, είναι ότι δεν επιτρέπεται το μίσος. Ενώ αυτό που θα πει το αυθαίρετο στοιχείο του νόμου είναι ότι αυτός είναι αγαπητός, αυτός δεν είναι. Είναι πολύ πιο βαρυσήμαντη η απόφαση της Αντιγόνης, η οποία λέει: Δεν μπορούμε σε έναν νεκρό να πούμε «τον αγαπώ ή δεν τον αγαπώ». Αυτό που έχει σημασία είναι ότι «δεν τον μισώ». Δεν τον μισώ άρα μπορώ να τον θάψω.

Στην πραγματικότητα έχω απορρίψει το «πρέπει». Το «πρέπει» προέρχεται από τον νόμο. Τώρα, άμα δεν υπάρχει το «πρέπει» σαν θεμελιακή αρχή πρέπει να υπάρχει κάτι άλλο. Και τότε εμφανίζεται το «πρέπον». Όταν πιστεύετε στις αρχές έχετε το «πρέπει». Όταν πιστεύετε στις αξίες έχετε το «πρέπον». Το «πρέπει» είναι εξαναγκασμός. Το «πρέπον» δεν σας εξαναγκάζει κανένας, εσείς νιώθετε ότι υπάρχει ανάγκη. Έχει μεγάλη διαφορά. Προσπαθήστε να σκεφτείτε ότι όταν υπάρχει ανάγκη δεν είναι ότι κάποιος σας λέει «κάνε αυτό», νιώθετε από μόνος σας ότι υπάρχει ανάγκη. Κανένας δεν είπε στην Αντιγόνη να θάψει τον αδερφό της. Άρα στην πραγματικότητα αυτό που έχει μεγάλη σημασία, είναι γιατί το νιώθει αναγκαίο. Και το νιώθει αναγκαίο επειδή υπάρχει το θέμα της αξίας και το θέμα της συνέχειας.

Στην δική μας την παράδοση, όταν έχουμε κάποιον νεκρό που θεωρούμε ότι πραγματικά η ζωή του είναι μια προσφορά για εμάς, είναι πολύ απλό, τον ονομάζουμε στο τέλος άξιο. Στο τέλος λοιπόν της ρωμιοσύνης και του Ελληνισμού, θεωρούμε ότι μπορούμε να πούμε την λέξη «άξιος». Έχει τεράστια σημασία άμα το σκεφτείτε. Είναι νεκρός, άρα δε θα το ακούσει. Δε μπορείτε να πείτε ότι είναι έπαινος, αφού δεν είναι εδώ, δεν μπορεί να είναι κολακεία αφού πάλι δεν μπορεί να το αποδεχτεί. Έχει ενδιαφέρον που το λέμε μετά τον θάνατο. Γιατί τελικά η ζωή του είναι ολοκληρωμένη και μπορούμε να πούμε για όλο το πλαίσιο. Ο Einstein έλεγε ότι όταν πεθαίνει κάποιος αξιόλογος, τότε καταλαβαίνεις ότι έχει τελειώσει το πορτραίτο. Και είναι έργο τέχνης η ζωή του. Δε πρέπει να το βλέπεις μόνο αρνητικά, γιατί κατάφερε να κάνει κάτι που μπορεί να ήταν αδιανόητο για άλλους, και γι’αυτό θεωρούμε ότι ήταν και άξιος.

Βλέπετε λοιπόν ότι αυτή η έννοια του «άξιου» έχει ενδιαφέρον για εμάς γιατί χαρακτηρίζει την επιλογή μας. Δεν θα πούμε ποτέ όταν κάποιος είναι νεκρός «νομοταγής».

Ρωτάω τώρα: Ο άξιος πρέπει πάντα να είναι νόμιμος; Βλέπετε, όλοι σας ξέρετε ακριβώς ότι άμα υπάρχει π.χ ένα κατοχικό καθεστώς, μία τουρκοκρατία, το να είσαι νομοταγής, σημαίνει ότι συνεργάζεσαι με το καθεστώς που καταπατά τον λαό σου.

Αυτό που είναι σημαντικό λοιπόν, είναι, ποια είναι η θέση μας όταν υπάρχει επιλογή.

Αυτό που λέει ο Ελληνισμός είναι πολύ απλό: Δεν υπάρχει λόγος να ακολουθήσεις τον νόμο, αν αυτός καταπατά τις αξίες. Αν το σκεφτείτε λοιπόν, είναι κάπως παράξενο, είναι ότι ο Ελληνισμός βάζει τις αξίες πάνω απ’τον νόμο. Είναι σαν να έχετε μια υπερ-νομολογία, που λέει: Θα έχεις δικαίωμα να κάνεις νομοθέτη ότι θες, αλλά πρόσεξε, όχι αυτό. Έχει ενδιαφέρον λοιπόν γιατί αυτό είναι τα θεμέλιά μας. Αν σκεφτείτε λοιπόν, είμαστε ακόμα εδώ μετά από αιώνες και συνεχίζουμε να πιστεύουμε σ’αυτές τις αξίες.

Ξέρετε πολύ καλά, ότι δίνουμε μεγάλη σημασία στους νεκρούς, ακόμη και τώρα, παρ’όλο που η κοινωνία δε μας διευκολύνει. Η κοινωνία έχει την τάση να δημιουργεί τα γηροκομεία. Τα γηροκομεία αρχικά θεωρούμε ότι είναι για το καλό. Στην πραγματικότητα τα γηροκομεία είναι για να μπορούμε να έχουμε νεκρούς χωρίς να τους βλέπουμε. Τους έχουμε βάλει λίγο πιο πέρα, και λες «εκεί πέρα θα τον/την φροντίζουν». Στην πραγματικότητα θα είναι εσάς που φροντίζουν. Δεν θέλετε να σας ενοχλήσει ο θάνατος. Θεωρούμε ότι είναι ένα απαράδεκτο όταν έχεις έναν δικό σου που θέλει να πεθάνει σπίτι του, να του εξηγείς ότι «είναι καλό να πεθάνεις αλλού», και μετά εφόσον πέθανε αλλού, πηγαίνεις και τον βλέπεις στον τάφο του, εκεί.

Άρα βλέπετε λοιπόν ότι το κοινωνικό, έρχεται δήθεν για να βοηθήσει. Αλλά στην πραγματικότητα είναι για να βοηθήσει τους ζωντανούς. Ο Ελληνισμός βοηθάει τους νεκρούς. Θα μου πείτε «μα είναι παράξενο». Άμα σας πω λοιπόν την φράση «διαβάζουμε τους νεκρούς» που άρεσε στον Leonardo Da Vinci να χρησιμοποιεί, δεν την καταλαβαίνουμε αμέσως. Στην πραγματικότητα αν σκεφτείτε όλους τους συγγραφείς βιβλίων, θα καταλάβετε ότι σχεδόν όλοι έχουν πεθάνει, αφού μόνο οι πολύ πρόσφατοι είναι ακόμη ζωντανοί. Άρα όταν διαβάζετε τα βιβλία επί της ουσίας διαβάζετε νεκρούς. Αλλά το πιό εντυπωσιακό ποιο είναι; Ότι γράφουμε για τους αγέννητους. Γιατί αν το σκεφτείτε ορθολογικά και πάρετε τον άνθρωπο που πέθανε εδώ και αιώνες και σκεφτείτε πόσοι ήταν οι αναγνώστες του τότε, και πόσοι είναι τώρα, πόσοι ήταν γεννημένοι όταν το έγραφε και πόσοι δεν είχαν γεννηθεί, θα δείτε λοιπόν ότι αυτό το σχήμα «διαβάζουμε τους νεκρούς, γράφουμε για τους αγέννητους» είναι πάρα πολύ ορθολογικό. Απλώς μέσα στο παρόν μας φαίνεται παράξενο. Ενώ πατάμε σε μια μεγάλη γέφυρα, που ενώνει παρελθόν και μέλλον. Αλλά αν σκεφτείτε ότι αυτή η γέφυρα είναι το βιβλίο, τότε μπορεί να σας φανεί ακόμη και φυσιολογικό.

Όταν λέω λοιπόν ότι δίνουμε μεγάλη σημασία στους νεκρούς, είναι πολύ απλό, είναι σαν να σας λέω ότι δίνουμε μεγάλη σημασία σ’αυτούς που παρήγαν έργο. Όχι που παράγουν, γιατί αυτό δεν το ξέρετε. Αυτοί που το έκαναν το ξέρουν.

Σας δίνω ένα παράδειγμα σαν εφαρμογή στο χώρο της πολιτικής. Είναι μερικοί που λένε «εγώ πιστεύω αυτόν τον πολιτικό». Είναι λάθος. Δεν πρέπει να πιστεύεις κανέναν πολιτικό. Ο πολιτικός και η πολιτική ανήκει στο παρελθόν. Γιατί ο πολιτικός που είναι αξιόπιστος είναι αυτός ο οποίος μπορεί να πει «έκανα». Αυτό που σας λέει «κάνω» δεν το ξέρετε αν το κάνει. Αυτός που σας λέει «θα το κάνω» εκεί είναι που δεν ξέρετε τίποτα. Το πιο εντυπωσιακό για να σας δώσω μια απόδειξη: Έχετε λοιπόν έναν πολιτικό που σας παρουσιάζει το πρόγραμμά του. Έχει πάντοτε ενδιαφέρον γιατί δεν σας παρουσιάζουν την απολογία τους. Άρα, παρουσιάζουν το πρόγραμμα και λένε «άμα με ψηφίσετε, θα κάνω αυτό, αυτό κι αυτό». Έρχονται οι επόμενες εκλογές κι είναι ο ίδιος και λέει το ίδιο πρόγραμμα. Θα μου πείτε «μα είναι ηλίθιο». Όχι, καλά κάνει, γιατί οι περισσότεροι έχουν ξεχάσει τι είχε πει στο πρώτο πρόγραμμα και σου λέει «το πρόγραμμα είναι πολύ ωραίο». Έχουμε βέβαια και νέους ψηφοφόρους που δεν τον ήξεραν καν πριν. Άρα σου λέει «νέος πολιτικός». Έχουμε λοιπόν πολιτικούς, οι οποίοι έχουν διάφορα χρώματα τα οποία κάπου-κάπου τα αλλάζουν, δεν έχει μεγάλη σημασία, και ξαναέρχονται ως νέοι πολιτικοί χωρίς χρώμα.

Η πολιτική εκ φύσης, γίνεται αξιόπιστη, μόνο όταν έχει παράγει έργο. Άρα, όταν κάποιος σας ρωτάει «ποιόν πολιτικό εμπιστεύεσαι» είναι πολύ απλό: Τους νεκρούς. Γιατί επειδή είναι νεκροί δεν μπορείτε να τους ξαναψηφίσετε για κάτι άλλο. Άρα, μπορείτε να εξετάσετε τι έχει παράγει.

Έχει ενδιαφέρον άμα το σκεφτείτε ότι πάλι ο Ελληνισμός έχει κάνει κάτι που είναι λίγο παράξενο. Μόλις ένας πολιτικός φαινόταν καλός, του δίναμε όστρακα. Η ιδέα ποια είναι: Θεωρούσαμε -πολύ σωστά- ότι εν δυνάμει, έχοντας κάνει αυτά τα πράγματα που έκανε, θα μπορούσε πολύ εύκολα να κάνει κάτι που δεν έχει κάνει, το οποίο αυτό, να μας βάλει σε κίνδυνο. Γιατί; Γιατί όταν υπάρχει τόσο μεγάλη αποδοχή, μπορεί ξαφνικά να αποφασίσει για συμφέροντα που δεν τα ξέρουμε εκείνη την στιγμή, να κάνει κάτι εναντίον μας. Ενώ, το να κάνει κάτι εναντίον μας κάποιος που δεν είναι αποδεκτός, τραβάει τόσο μεγάλο κουπί, που ούτως ή άλλως θα τα καταφέρουμε.

Ο Ελληνισμός κοιτάζει πώς πάνε τα πράγματα, μετά βλέπει εν δυνάμει κάποιον που αρχίζει να ξεχωρίζει και θα μπορούσε να αρπάξει την εξουσία, και ξαφνικά, τσακ, όστρακο. Ανάδραση, το σκέφτεται.

Δεν είναι τυχαίο που φτιάξαμε την δημοκρατία. Προσέξτε, ο Ελληνισμός έφτιαξε την δημοκρατία για να περνάει η ώρα. Στην δημοκρατία πρέπει να υπάρχει διάλογος. Επειδή υπάρχει διάλογος, πρέπει σε κάποια φάση να υπάρχει μια αντιπαράθεση και μετά θα το πούμε θέση, αντίθεση, σύνθεση. Αν δεν υπάρχει διάλογος και δεν υπάρχει δημοκρατία, δεν υπάρχει σύνθεση, ούτε αντίθεση, υπάρχει θέση. Άρα υπάρχει μετά τοποθέτηση. Έχετε σκεφτεί ότι δεν λέμε ποτέ «αντιτοποθέτηση, συντοποθέτηση»; Γι’αυτό πολύ συχνά, όταν κάνουμε ερωτήσεις στο τέλος των διαλέξεων -προσέξτε τι θα κάνετε μετά- στην Ελλάδα, δεν κάνουμε ερώτηση. Κάνουμε τοποθέτηση. Αλλά λένε, «έχω μια ερώτηση», προσπαθεί συνήθως ο συντονιστής να πει «πείτε την ερώτηση», ο άλλος λέει «θα την πω», μετά «θα σας την πω», μετά «την είπα», την τοποθέτηση. Άρα μας την είπε. Έχει ενδιαφέρον γιατί όταν του λέτε μετά ότι «μα δεν κάνατε ερώτηση» σας λέει «μα δεν έχω ερώτηση, τοποθέτηση». Άρα, θα’ταν ενδιαφέρον - θα δούμε κατά πόσο υπάρχει ανάδραση εδώ- να πούμε στο τέλος «θα κάνετε τοποθετήσεις», μπορεί και να εμφανιστεί ερώτηση, έτσι από αντίλογο.

Όταν δημιουργούμε την δημοκρατία η ιδέα είναι πολύ απλή: Δεν μπορεί ένας να έχει την ιδέα. Είναι τεράστιο θέμα αυτό. Επειδή δεν μπορεί ένας να βρει την ιδέα, μήπως πρέπει να είμαστε μαζί; Έτσι έρχονται και οι εκκλησιάζουσες ακόμα και στον Αριστοφάνη κι είναι και η ετοιμολογία της εκκλησίας. Πηγαίνουμε μαζί σε ένα χώρο όπου μαζί θα χάσουμε χρόνο. Εφόσον χάσουμε χρόνο, μαζί, κι εφόσον ο χρόνος είναι μαζί μας, επειδή είμαστε λαός του χρόνου, αν αποφασίσουμε να είμαστε με τον χρόνο, τότε παράγουμε έργο. Αν δεν είμαστε με τον χρόνο δεν παράγουμε έργο, παράγουμε κινήσεις, χωρίς καμία πράξη, χωρίς καμία αλλαγή.

Γιατί χάνουμε χρόνο σε μία δημοκρατία; Μα είναι πολύ απλό, επειδή μόνο χάνοντας χρόνο μπορούμε να έχουμε συνομιλία και να υπάρχει συνεννόηση. Που σημαίνει πρακτικά ότι αποδεχόμαστε ότι ο άνθρωπος χωρίς συνάνθρωπο δεν έχει νόημα. Η δημοκρατία δεν είναι φτιαγμένοι για τους ανθρώπους. Αν το σταματήσω εδώ θα ξαφνιαστείτε. Αλλά καταλαβαίνεται ότι θα πω ότι η δημοκρατία είναι φτιαγμένη από τους συνανθρώπους. Γιατί για να φτιάξεις δημοκρατία πρέπει να σέβεσαι τον άλλον και να πεις ότι μπορεί η άποψή του και να είναι διαφορετική από εμένα, να συμβάλει στην ανέλιξή μας και να παράγει ένα έργο. Έχει ενδιαφέρον λοιπόν ότι η δημιουργία της δημοκρατίας προέρχεται από την επινόηση της συνανθρωπιάς. Όχι μόνο της ανθρωπιάς, της συνανθρωπιάς. Δηλαδή, καταλαβαίνουμε ότι δεν είμαστε μόνοι, ή, για να το πούμε πιο ξεκάθαρα, καταλαβαίνουμε ότι είμαστε μόνοι, αλλά μαζί. Τεράστια διαφορά. Πολύ συχνά, αυτοί που δεν το κατανοούν, λένε «μα δεν είσαι μόνος». Κι όμως καταλαβαίνουμε πολύ καλά, πιο ορθολογικά ότι γεννηθήκαμε μόνοι και θα πεθάνουμε μόνοι, το θέμα είναι αν θα είμαστε μαζί. Και όχι, με τους άλλους με την έννοια της παρέας.

Για μένα η φιλία είναι η μοιρασιά της μοναξιάς. Μοιράζομαι με τον άλλον την μοναξιά μου, κι επειδή την αποδέχεται, είμαστε μαζί, ενώ είμαστε μόνοι. Άρα, δεν είναι μόνο αυτό το σχήμα του τύπου «η φιλία είναι μία ψυχή σε δύο σώματα». Πάει λίγο πιο πέρα. Αν είναι σε δύο σώματα, τότε επανέρχεσαι σε μια ανθρώπινη προσέγγιση, πολύ απλοϊκή. Αν όμως είναι με τον συνάνθρωπο τότε μπαίνουμε σε μια άλλη διαδικασία.

Η ελευθερία καθορίζεται αρχικά -νομίζουμε- από εμάς. Σιγά-σιγά καταλάβαμε ότι τα όρια της ελευθερίας είναι η αρχή της ελευθερίας του άλλου, αλλιώς είναι καταπάτηση. Όταν αποδέχομαι να βάλω όρια στην ελευθερία μου είναι επειδή λόγω συνανθρωπιάς καταλαβαίνω ότι πρέπει να έχει ελευθερία κι ο άλλος. Τώρα έχουμε ένα άλλο πρόβλημα. Όταν έχουμε δύο ελευθερίες, πώς θα συμφωνήσουμε; Ξαφνικά, πρέπει να χάσουμε χρόνο μαζί. Τότε έχουμε την δημοκρατία. Η δημοκρατία βασίζεται πάνω σ’ανθρώπους οι οποίοι σε κάποια φάση γίνονται συνάνθρωποι, και για να έχουν ο ένας σεβασμό προς την ελευθερία του άλλου, χάνουν χρόνο για να τα βρουν. Αλλιώς δεν χάνεις χρόνο. Όταν χάνουμε λοιπόν αυτόν τον χρόνο -ένας θεός ξέρει πόσο χρόνο έχουμε χάσει στην ιστορία του Ελληνισμού- κι αρχικά είναι νομίζετε πολύ αρνητικό, αλλά είπα «χάνουμε» και δεν είπα «σπαταλούμε». Το χάνουμε συνειδητά. Ο δάσκαλος χάνει χρόνο με τον μαθητή για να εξελιχθεί ο μαθητής. Γιατί η συνέχεια του δασκάλου είναι οι μαθητές. Άρα άμα δεν χάσει χρόνο στην φάση της διδασκαλίας, και για τους πιο εξελιγμένους, της διδαχής, δεν θα περάσει αυτή η συνέχεια, άρα η δράση του χρόνου δεν θα εμφανιστεί.

Ο χρόνος είναι το αντικείμενο, η ανθρωπότητα είναι το υποκείμενο και παράγουν μαζί το κείμενο, που είναι το έργο. Αυτό έχει μεγάλη σημασία, γιατί αν το σκεφτείτε ορθολογικά, είναι το έργο που παράγει  το ον κι όχι το αντίθετο. Για να γίνει όμως αυτό το έργο, όταν είναι πολύπλοκο, χρειάζομαι τον συνάνθρωπο κι όχι μόνο τον άνθρωπο. Άρα δεν είναι ένας συμβιβασμός. Είναι συνανθρωπισμός, ο οποίος μας επιτρέπει να σκεφτούμε πώς σκέφτεται ο άλλος.

Όταν λοιπόν βλέπετε κάποιον να μην έχει ελευθερία, για διάφορους λόγους, αν τον δείτε σαν εξωτερικό παράγοντα μπορείτε να πείτε «εγώ είμαι ελεύθερος, αυτός δεν είναι ελεύθερος». Αυτή είναι η πρώτη προσέγγιση. Θα μπορούσατε να πείτε επειδή τον λυπάστε «να τον απελευθερώσουμε». Στην πραγματικότητα, όταν φτάσετε σε ένα πιο εξελιγμένο επίπεδο, καταλαβαίνετε ότι αν ένας συνάνθρωπος είναι σκλάβος τότε κι εσείς έχετε ένα κομμάτι σκλαβοσύνης μέσα σας γιατί είναι η συνανθρωπιά σας.

Μέσα στην κοινωνία, δεν παρατάμε ποτέ την οικογένειά μας, γιατί όλος ο κόσμος είναι μόνο η οικογένεια. Βέβαια, την πάμε στο γηροκομείο σιγά-σιγά, να μην είναι ενοχλητική κιόλας. Να τελειώσει ωραία. Στην ανθρωπότητα, η κοινωνία δεν έχει νόημα. Η οικογένεια, δεν είναι η οικογένεια που νομίζουμε. Κι αυτό το λέει κι ο Χριστός, ξεκάθαρα. Πρώτα απ’όλα σου λέει «άφησε την οικογένειά σου κι έλα μαζί μου» κι όταν τον ψάχνουν και του λένε «σε ψάχνει η οικογένειά σου» λέει «η οικογένειά μου είναι αυτοί που μ’ακούν». Τεράστιες υπερβάσεις. Έχει ενδιαφέρον, γιατί εμείς λέμε ότι «ναι, βέβαια, πιστεύουμε σ’αυτόν, πιστεύουμε στο έργο του, πιστεύουμε ότι υπάρχει»… αν ξέρατε πόσο λίγο το ακολουθούμε. Πιστεύουμε, έως το γηροκομείο.

Παραδείγματος χάριν: Έρχεται το Πάσχα, είμαστε πολύ λυπημένοι που ο Χριστός θα σταυρωθεί, αλλά έχουμε ήδη μερικούς που προσπαθούν να αγοράσουν το αρνί πριν καν έχει πεθάνει ο Χριστός, γιατί μετά μπορεί και να μη βρουν. Αν πάρω τον φίλο μου θα μου πει «βλέπεις Νίκο, στα έλεγα, αυτοί ασχολούνται με το αρνί και δεν ασχολούνται με την θρησκεία». Άρα, για να σας βοηθήσω, για όσους τώρα έχουν ενοχές για τα αρνιά τους, για να μπορέσετε να συνεχίσετε, να θυμάστε ότι ακόμη κι ο Άγιος Πέτρος πρόδωσε τον Χριστό 3 φορές. Παρ’όλα αυτά, ο Χριστός είχε πει από την αρχή «εσύ είσαι η πέτρα και πάνω σε σένα θα χτίσω την εκκλησία μου». Κανονικά θα μπορούσατε να πείτε «μα, έκανε λάθος, αφού τον πρόδωσε 3 φορές». Αυτό που πρέπει να θυμάστε δεν είναι ότι τον πρόδωσε 3 φορές, δεν είναι ότι σκέφτεστε μόνο το αρνί, είναι το τι έκανε μετά. Μετά, ο Άγιος Πέτρος συνέχισε όλη την πορεία του, κι όταν έφτασε στο τέλος, όταν αποφάσισαν να τον σταυρώσουν, ζήτησε να τον σταυρώσουν ανάποδα για να μη μοιάζει με τον Δάσκαλο. Να ξέρουμε όλοι ότι ήταν μαθητής. Νομίζω ότι άμα το συνειδητοποιήσετε αυτό θα δείτε ότι η πολυπλοκότητα της ψυχολογίας του Πέτρου δεν έχει σχέση με την θρησκεία. Στο τέλος θα κάνει αυτό που είναι το πρέπον. Μπορεί να είχε μια αδυναμία, δεν πειράζει, έγινε, και του το συγχώρεσαν, του το συγχώρεσε. Αυτό όμως που έχει σημασία είναι ότι συνέχισε το έργο, χωρίς εκφυλισμό, χωρίς παραποίηση. Αυτό που έχει σημασία είναι τι κάνουμε προς το τέλος.

Στον Ελληνισμό όλα αρχίζουν από το τέλος. Είναι εν αρχή το τέλος. Που σημαίνει πρακτικά ότι εν αρχή, ο θάνατος. Γιατί άμα δεν καταλάβουμε τι σημαίνει ο θάνατος, πεθαίνουμε πριν ζήσουμε. Άμα καταλάβουμε τι σημαίνει ο θάνατος, καταλαβαίνουμε -επειδή είμαστε ένας λαός του χρόνου- ότι μετά την αίσθηση αυτού του θανάτου, αρχίζει η μνήμη. Όταν μετά αποφασίσω να συνεχίσω, τότε αρχίζει η μη λήθη. Και τότε μπαίνω στην αλήθεια. Έχει ενδιαφέρον άμα το συνδυάσετε αυτό, ακόμα και Χριστιανικά, ότι όταν μιλάμε για το φως και το μονοπάτι, δεν εξηγούμε που είναι ακριβώς το μονοπάτι. Ξέρουμε ακριβώς που είναι το φως, αλλά το μονοπάτι είναι πιο δύσκολο. Αλλά αυτό που ξέρουμε πάντως είναι ότι αν το πιστεύουμε αυτό το φως δε θα μείνουμε στο σκοτάδι. Πιο εντυπωσιακό είναι ότι ακόμη κι όταν είμαστε μέσα στο σκοτάδι και πιστεύουμε στο φως, μπορούμε να ανάψουμε το κερί.

Με όλα αυτά θέλω να σας πω πως όποια κι αν είναι η δυσκολία που περνάμε, αυτό που έχει σημασία είναι η συνέχεια. Κι αν το σκεφτείτε ορθολογικά τι κάνουμε το Πάσχα με την Ανάσταση και το φως, θα δείτε ότι αρχικά είναι τριπλό το κερί, που θυμίζει τον τρικέφαλο χρόνο και βέβαια την τριάδα. Στην συνέχεια εμείς έχουμε μόνο ένα κερί. Κι αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι ότι μόλις το ανάβουμε αρχίζει να πεθαίνει. Αλλά στο ενδιάμεσο το πρώτο πράγμα που κάνουμε είναι να ανάψουμε τον άλλον. Άμα το σκεφτείτε ορθολογικά είναι ότι του δίνουμε την δυνατότητα να πεθάνει κι αυτός. Αυτή είναι η συνέχεια. 

Και γι’αυτό -μπορεί να καταλάβετε τώρα καλύτερα- ότι όταν γίνεται μια γενοκτονία, προσπαθούν να κάνουν ακριβώς το αντίθετο, όχι μόνο να σκοτώσουν τους ζωντανούς, αλλά να μην υπάρχουν οι επόμενοι.

Για εμάς λοιπόν, αυτό που έχει σημασία και στο «αγάπα τον πλησίον σου» δεν είναι μόνο αυτός που είναι κοντά σου χωρικά, αλλά αυτός που είναι κοντά σου χρονικά, που σημαίνει ότι παίζουμε μετά με τον προηγούμενο και τον επόμενο. Όταν συνειδητοποιούμε ότι είμαστε ο επόμενος του προηγούμενου και ο προηγούμενος του επόμενου, τότε καταλαβαίνουμε ότι δεν είμαστε εμείς, καταλαβαίνουμε ότι είμαστε οι άλλοι, και σιγά-σιγά οι άλλοι, άλλοι.

Όταν μπαίνουμε σ’αυτό το πλαίσιο, τότε μπορούμε να πούμε ότι υπάρχει συνέχεια. Γιατί αυτό που μας ενδιαφέρει είναι πώς θα ζήσουν οι άλλοι. Έτσι, κατανοούμε ότι το ατομικό δεν έχει νόημα, κι αν ο Ελληνισμός υπάρχει ακόμα και τώρα, είναι επειδή τα βλέπει τα πράγματα σφαιρικά, ολικά, ολιστικά, ποτέ ατομικά.


Άρα, σε εσάς ανήκει η επιλογή, ελευθερία ή θάνατος. Σε εσάς ανήκει η επιλογή της συνέχειας και σε κανέναν άλλον. Αν λοιπόν αποφασίζετε να συνεχίσετε τον Ελληνισμό, δε θα σκοντάψετε στις δυσκολίες, αλλά θα πείτε «εμείς, θα το ξεπεράσουμε».


Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2014

Η παλιοκοινωνία δεν μπορεί να εμποδίσει την ανθρωπιά.

Είναι η παλιοκοινωνία που μας έχει γαλουχήσει έτσι ώστε να νομίζουμε πάντα πως για να λάβεις κάτι πρέπει και να δώσεις και άρα όταν σου δίνουν σκέφτεσαι πως είναι επειδή θέλουν να σου πάρουν. Δεν σκέφτεσαι πως μ'αυτό το σκεπτικό ευτελίζεις την έννοια του δώρου, διότι πώς αλλιώς να υπάρξει; Κι αν τύχει να εμφανιστεί κάποιος στον δρόμο σου που απλώς θέλησε να σου προσφέρει γιατί ξέρει πως μόνο μέσω του αλτρουισμού γίνεσαι ανθρώπινος, μας φαίνεται παράξενος, περίεργος, μας ξενίζει, τον βλέπουμε καχύποπτα, πολλές φορές τον αποφεύγουμε ακόμη και τον αποτρέπουμε απ'το να μας προσφέρει. Αν ξέραμε πόσο απάνθρωπο είναι αυτό κι ανόητο... και ανώφελο. Γιατί η ανθρωπιά δεν εμποδίζεται. Θα συνεχίσει να είναι για πάντα εδώ, μην ανησυχείτε. Όχι για άλλον λόγο, αλλά επειδή ξέρει πως με τον χρόνο μπορεί και να την κατανοήσεις κάποια στιγμή, και δε θέλει να αιστανθείς ενοχές γιατί την άφησες να φύγει.

Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2014

Ξέρεις πως είναι μουσική

Ξέρεις πως είναι μουσική

όταν οι νότες κωδικοποιούν

την ψυχή του συνθέτη

και αυτή είναι ικανή να αγγίζει

τις καρδιές των άλλων

που ξέρουν να ξεχωρίζουν

την μελωδία απ΄τον θόρυβο

της κοινωνίας του τίποτα




Θαλασσοστρατηγική, τοποστρατηγική και ΑΟΖ. Διάλεξη Νίκου Λυγερού.

Απομαγνητοφώνηση σημαντικών αποσπασμάτων:

Η γεωστρατηγική βασίζεται σε μια απλή ιδέα: Είναι η εφαρμογή της στρατηγικής πάνω στην γεωγραφία. Βασικά στοιχεία της γεωστρατηγικής είναι ότι ασχολείται με την «γειτονιά». Στην πραγματικότητα έχει μια εμβέλεια η οποία απαιτεί ένα σχετικό μεγάλο βάθος.


Πιστεύουμε ότι μια μικρή χώρα δεν μπορεί να έχει υψηλή στρατηγική και βέβαια ξεχνάμε σε όλο αυτό το πλαίσιο πως ο Ελληνισμός δημιούργησε την στρατηγική επειδή δεν ήταν ισχυρός. Αν ήταν ισχυρός δεν θα είχε ανάγκη από την στρατηγική, θα έκανε απλώς την επιβολή της ισχύος του. Στην πραγματικότητα ο Ελληνισμός κάθε φορά αντιμετώπιζε δυσκολίες και για να τις ξεπεράσει εφηύρε την έννοια της στρατηγικής.


Είμαστε στην Μεσόγειο. Όταν έχουμε επηρεαστεί πολύ από το τουρκικό δόγμα λέμε ότι η Μεσόγειος είναι μια κλειστή θάλασσα. Η Μεσόγειος από την αρχή δε μπορεί να είναι κλειστή, μπορείτε να την ονομάσετε αν θέλετε ημίκλειστη, πάντως κλειστή δεν γίνεται γιατί υπάρχει το Γιβραλτάρ και υπάρχει και η Κωνσταντινούπολη. Μετά το 1869 υπάρχει και το Σουέζ. Αρα έχετε τρία ανοίγματα. Είναι λοιπόν αστείο να θεωρείτε ότι κάτι είναι κλειστό ενώ έχει τρία ανοίγματα.


Η «ασθένεια» που επικρατεί τοπικά στην ανατολική Μεσόγειο είναι ότι τα πράγματα πάνε χάλια. Αυτό που είναι εντυπωσιακό είναι οτι εμείς που είμαστε μέσα λέμε «τα πράγματα πάνε χάλια» κι αυτοί που είναι απ’έξω θα ήθελαν να είναι εκεί που τα πράγματα είναι χάλια. Και τι δε θα έδιναν για να είναι εκεί. Τώρα ξέρουμε τι δίνουν, παραχωρήσεις για μπλοκ κλπ (θαλάσσια οικόπεδα).


Οι σχέσεις σχετίζονται με τον χρόνο, ενώ οι επαφές σχετίζονται με τον χώρο.


Μια στρατηγική για να έχει ένα νόημα πρέπει να ενσωματώνει την έννοια του χρόνου, γιατί είναι φτιαγμένη για να προκαλεί αλλαγές φάσεις. Μια αλλαγή φάσης είναι ακριβώς αυτό που γίνεται εφόσον υπάρξει μία κίνηση που στην πραγματικότητα είναι μία πράξη. 


Ο Ελληνισμός γενικότερα είναι μια οντότητα του χρόνου. Κάποιος που είναι πιο πολύ επεκτατικός έχει μια τάση να λειτουργεί πολύ καλά γεωστρατηγικά γιατί το μόνο που έχει σημασία γι’αυτόν είναι το έδαφος. Άμα προσέξετε όλη την ιστορία του Ελληνισμού τα εδάφη έχουν αλλάξει πάρα πολύ, αλλά έχουμε ένα χαρακτηριστικό: Προσέχουμε πάντοτε τους δικούς μας, διότι είμαστε ελάχιστοι.


Η Ελλάδα και η Κύπρος δυσκολεύονται να διαχειριστούν τα λιμάνια τους, αλλά οι Έλληνες - και οι δυό μαζί - έχουν τον πρώτο εμπορικό στόλο στον κόσμο. Είναι απόλυτα φυσιολογικό έτσι δεν είναι;


Είναι μια ιδιότητα που έχει ο Ελληνισμός: Είναι ικανός να χτίσει έναν ολόκληρο πολιτισμό πάνω στα καράβια, δηλαδή πάνω σ’ένα δυναμικό κι όχι σε ένα στατικό πλαίσιο. Αυτό έχει τεράστια σημασία σε επίπεδο διαχρονικό για έναν απλό λόγο: Άμα θες να έχεις διάρκεια πάνω στην ξηρά είναι εύκολο ακόμα κι αν είσαι κόπανος. Ενώ άμα θέλεις να ‘χεις διάρκεια πάνω στην θάλασσα είναι δύσκολο ακόμα κι αν είσαι έξυπνος. Διότι έχει ένα πρόβλημα η θάλλασα, κουνιέται συνεχώς. Τι να κάνουμε. Όσοι θεωρούνε ότι αυτό είναι πρόβλημα, να θυμούνται ότι είναι αυτό που μας προστατεύει. Αν θέλετε πραγματικά να καταραστείτε τον Ελληνισμό, βάλτε τον μόνο σε ξηρά. Θα το πω ακόμα πιο ωμά. Όταν μερικοί από μας θεωρούν ότι είναι καλό να υπάρχει μια πραγματική ένωση, φανταστείτε τώρα η Ελλάδα και η Κύπρος να είναι ενωμένες με την ξηρά, να μην υπάρχουν νησιά στο Αιγαίο, να είναι όλα ξηρά και να είναι ενωμένο το πλαίσιο, και να πείτε «εντάξει, θα’ναι πολύ ωραίο, θα ‘χαμε μια τεράστια χώρα». Να θυμάστε πάντοτε το παράδειγμα της Αρμενίας. Η Αρμενία ήταν η χώρα των τριών θαλασσών και τώρα έχει μια χώρα που δεν ακουμπάει σε κανένα σημείο την θάλασσα, κι ήταν μόνο χώρα ξηράς. Άρα, όσοι πιστεύουν ότι τα πράγματα είναι χάλια και δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα για να τα αλλάξουμε, μπορώ να σας πω ότι ευτυχώς που δεν μπορούμε να αλλάξουμε την θάλασσα, γιατί είναι και μερικοί από μας που μπορεί και να την είχαν παγώσει.


 Το δυναμικό στοιχείο της θάλασσας είναι η καλύτερη ασπίδα που έχει ο Ελληνισμός. Το δυναμικό στοιχείο της θάλασσας είναι η καλύτερη αιχμή του δόρατος που έχει ο Ελληνισμός. Γιατί; Διότι όταν ο άλλος δεν ξέρει σε προστατεύει, όταν εσύ ξέρεις μπορείς να αμυνθείς. Βλέπετε ότι ακολουθούμε και το σύστημα της Σαλαμίνας. Μ’ενοχλεί να ακούω συνεχώς «πρέπει να κρατήσουμε τις Θερμοπύλες». Κάθε φορά που κάποιος σας το λέει να κοιτάτε το ρολόϊ σας, και να ρωτάτε: Για πόση ώρα; Γιατί αυτοί που δεν το θυμούνται, οι Θερμοπύλες δεν τελειώνουν ακριβώς όπως νομίζουμε. Είναι θέμα χρόνου η νίκη στις Θερμοπύλες κι όχι χώρου. Άρα είναι ένα χρονικό διάστημα, πεπερασμένο, το οποίο ξέρουμε ότι θα πρέπει να αντισταθούμε ως εκεί, για να προλάβουμε κάτι άλλο. Αλλά άμα θεωρείτε ότι είναι βασικό κάνετε λάθος. Ενώ στη Σαλαμίνα, ενώ νομίζουμε ότι όλο το πρόβλημά μας είναι θέμα ξηράς, ενώ πηγαίνουμε να δούμε ακόμη και το μαντείο να μας εξηγήσει ότι πρέπει να προστατευτούμε με το ξύλο, ευτυχώς -όπως θα’λεγε ο Νεοκλής-  υπάρχει ο Θεμιστοκλής ο οποίος λέει «εγώ κατάλαβα αυτό που δεν καταλαβαίνετε, στην πραγματικότητα μιλάει για καράβια». Αυτή την περίοδο κάνουμε σχεδόν το ανάλογο, λέμε αυτό που δεν καταλαβαίνετε, είναι η ΑΟΖ. Άρα η ΑΟΖ μοιάζει περισσότερο με τα καράβια της Σαλαμίνας παρά με τους Σπαρτιάτες στις Θερμοπύλες. Αν αυτό σας ενοχλεί γιατί δεν φαίνεται τόσο εντυπωσιακό, να σκεφτείτε ότι πάνω στα καράβια είχε και ανθρώπους που ήταν μαχητές. Ο συνδυασμός των δύο σας φέρνει σιγά-σιγά στην έννοια της θαλασσοκρατίας, κλασσική, που ξέρουμε από τον Θεμιστοκλή, αλλά εμείς θα θέλαμε να ενισχύσουμε την έννοια της θαλασσοστρατηγικής. Δηλαδή, όπως έχουμε την γεωστρατηγική, γιατί να μην έχουμε την θαλασσοστρατηγική. Απλώς η θαλασσοστρατηγική πρέπει να παίζει δομικά πάνω στην τοποστρατηγική, δηλαδή στις σχέσεις.


Έχει ενδιαφέρον άμα το σκεφτείτε πώς λειτούργησε ο Ελληνισμός. Το πρώτο πράγμα που κάνει κάποιος που ζει σ’ένα νησί είναι να πάει αλλού. Το δεύτερο πράγμα που κάνει είναι να επιστρέψει. Είναι μερικοί που λεν «θα ήθελα στη ζωή μου να κάνω τον γύρο του κόσμου» και ξεχνάμε ότι αυτό σημαίνει ότι θα επιστρέψουν. Ξέρετε γιατί επιστρέφουν; Γιατί πρέπει να πουν σε κάποιον ότι το έκαναν. Μα αν δεν το ξέρει κανένας, και φύγετε για τον γύρο, και στέλνετε κάρτες και δεν τις διαβάζει κανένας, στο τέλος τι κάνατε, πήγατε;


Ξαναέρχομαι στις Θερμοπύλες. Το βασικό μήνυμα απ’τις Θερμοπύλες είναι αυτό που γράφεται στο τέλος και εξηγεί: Εσύ που θα δεις αυτό να ξέρεις πώς πάλεψα. Έχετε καταλάβει ότι είναι μια τουριστική προσέγγιση του πολιτισμού; Είναι μερικοί που απαξιώνουν τον τουρισμό θεωρώντας ότι αυτό είναι εκφυλισμένο, ενώ ο πολιτισμός είναι πολύ σημαντικός. Στην πραγματικότητα είναι και τα δυό μαζί. Έχετε ποτέ σκεφτεί ότι αν δεν υπάρχει τουρισμός πώς να ξέρετε ότι υπάρχει μεγάλος πολιτισμός; Αλλιώς πρέπει να βρείτε τον Πλάτωνα, να γράφει για την Ατλαντίδα και να νομίζετε ότι ήταν. Αλλά αλλιώς, πώς θα ξέρουμε; Στην πραγματικότητα ο τουρισμός λέει «είναι αξιόλογο αυτό που ξέρω και έχω δει αλλού». Το θέμα είναι σε ποιόν το λέει. Όλος ο στόχος του τουρισμού είναι να πάει να δει κάτι άλλο και να επιστρέψει και να πει «είδα κάτι άλλο». Αλλά σε ποιόν θα το πει; Σ’αυτόν που βλέπει το ίδιο. Άρα ο ναύτης δεν είναι αυτός που φεύγει, είναι αυτός που επιστρέφει. Ενώ μερικοί νομίζουμε ότι δεν φεύγουν, και τελικά παν στο περίπτερο και δεν επιστρέφουν. Να προσέχετε λοιπόν όταν κάποιος σας λέει ότι «πάω στο περίπτερο» από το να σας λέει «θα πάρω το καράβι». Δεν σημαίνει ότι τα καράβια δεν έχουν τσιγάρα, αλλά τέλος πάντων, ο στόχος είναι η επιστροφή.


Σκεφτείτε το χρονολογικά: Είμαστε λαοί της δικαιοσύνης και της θάλασσας. Σε μας είναι πάρα πολύ σημαντικό το να είσαι δίκαιος. Είναι μερικοί που λένε ότι είμαστε αθώοι. Είναι ψέμα. Ο Ελληνισμός δεν ήταν ποτέ αθώος, γιατί δεν έχω δει ποτέ κάποιον έξυπνο να είναι αθώος.


Η ιδέα είναι η εξής: Ο Ελληνισμός συνεχώς αναλύει εδώ και αιώνες όλα αυτά που γίνονται γύρω του διότι είναι εξωστρεφής. Δεν κοιτάζει ποτέ μόνο τον εαυτό του. Κατά συνέπεια το πρώτο πράγμα που φτιάχνει ο Ελληνισμός είναι το καράβι. Το δεύτερο πράγμα που φτιάχνει ο Ελληνισμός είναι στίγματα θάλασσας μέσα στην ξηρά, κι είναι το λιμάνι.


Το καράβι είναι μια μικρή γη. Το λιμάνι είναι μια μικρή θάλασσα. 


Ο Ελληνισμός έχει μεγαλύτερο βάθος απ’ότι μέτωπο. Όλοι συνεχώς λέτε «είναι πολύ σημαντικό το μέτωπο». Το πιο σημαντικό είναι τι έχετε πίσω απ’το μέτωπο. Γιατί λέμε ανεγκέφαλος, δεν λέμε αμέτωπος. Και ο κόπανος έχει μέτωπο.


Όταν θα χρησιμοποιήσουμε πραγματικά την νοημοσύνη μας θα καταλάβουμε το εξής: Υπάρχει μια τεράστια διαφορά μεταξύ της σοφίας και της νοημοσύνης. Η σοφία είναι αυτή που διαχειρίζεται αυτά που ξέρει. Η νοημοσύνη είναι αυτή που διαχειρίζεται αυτά που δεν ξέρει. Όταν είσαι πάνω στην θάλασσα καλό είναι να είσαι έξυπνος. Όταν είσαι σοφός πάνω στην ξηρά δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα γιατί δεν μπορείς να βυθιστείς. Η νοημοσύνη είναι απαραίτητη επάνω στην θάλασσα.


Ξαναέρχομαι στους «γείτονες» (μιλώντας σε Κυπρίους κι Ελλαδίτες). Οι γείτονες το ένα, οι γείτονες το άλλο… Βέβαια οι γείτονες μερικές φορές έρχονται και πιο κοντά, μερικές φορές κάθονται και πιο κοντά, αλλά εμείς συνεχίζουμε να τους λέμε γείτονες, κι αναρωτιέσαι στο τέλος: Αν κάποιος κάθεται μέσα στο καθιστικό σου, αν συνεχίζεις να τον λες γείτονα. Αυτό δεν είναι σπόντες, αυτό είναι πρόκες.
Αλλά τέλος πάντων, ας θεωρήσουμε ότι είναι εκτός καθιστικού, γιατί ούτως ή άλλως αυτό θα γίνει, γιατί εμάς μας αρέσει να έχουμε κάποια άπλα…


Κάτι που θεωρούμε ότι είναι εντελώς αήττητο, στην πραγματικότητα είναι αήττητο όσο θεωρείτε ότι είναι αήττητο. Γιατί ποτέ δεν έχετε σκεφτεί ότι μπορεί και να μην είναι.


Στην Ελλάδα και στην Κύπρο όλοι λέμε ότι δεν υπάρχει κράτος και είναι χάλια, ενώ στις άλλες χώρες υπάρχουν σοβαρά κράτη και είναι πολύ καλά. Και σας κάνω την εξής ύπουλη ερώτηση: Ας πούμε ότι είσαστε σε μια χώρα που είναι συνεχώς όλα τα πράγματα μπάχαλο, όλα, δεν υπάρχει οργάνωση, σύστημα, κράτος, στρατηγική, κι έχετε και μια άλλη χώρα που τα έχει όλα αυτά. Ας πούμε ότι έχουν μια αντιπαλότητα. Και ρωτάω: Μετά από αιώνες, όταν έχεις όλα αυτά και δεν μπορείς να τα βγάλεις πέρα με τον άλλον που δεν έχει τίποτα, πώς αξιολογείται;


Μην ανησυχείτε, κράτος δεν υπήρχε ποτέ, δεν υπάρχει βέβαια και ούτε θα υπάρξει. Γιατί είμαστε του Ελληνισμού. Μην ανησυχείτε επι πλέον, πάντοτε θα γκρινιάζουμε ότι δεν υπάρχει κράτος, αλλά αν πραγματικά το θέλαμε το κράτος, θα το είχαμε ονομάσει κράτος; Όχι. Αυτοί που καταδίκασαν τον Προμηθέα είναι το κράτος και η βία. Δηλαδή, το σύμβολο του Ελληνισμού που είναι ο Προμηθέας, αυτοί που τον έβαλαν πάνω στον βράχο ονομάζονται το κράτος και η βία. Αν έχετε λίγο απόψεις και κοινωνιολογικές όσο αφορά τον Keynes θα σας πει ότι το κράτος είναι το μονοπώλιο της βίας. Τελικά μιλάτε για τις 2 οντότητες που είναι η μία η οντολογία και η άλλη η τελεολογία. Και ρωτάω: Ποιος προτιμά το κράτος σε σχέση με τον Προμηθέα; Κάθε φορά που ακούτε κρατικό φορέα σημαίνει ότι κάπου έχετε ένα πρόβλημα με τον Δία. Εμείς θέλετε δε θέλετε είμαστε με τον Προμηθέα. Άρα, να ξέρετε λοιπόν ότι κάθε φορά που λέτε «θα’ταν καλό να’χουμε ένα σοβαρό κράτος» είναι σαν να λέγατε «θα’ταν καλό να έχουμε έναν αστείο Προμηθέα». Ας σοβαρευτούμε λοιπόν, κι ας καταλάβουμε, ότι ένας πολιτισμός σαν τον Ελληνισμό είναι ικανός να μετατρέψει την φωτιά σε φως.


Όταν είμαστε μαζί, είμαστε μαζί ακόμη και απο μακριά. Όταν είμαστε κοντά δεν σημαίνει ότι είμαστε και μαζί. Ο Ελληνισμός βασίζεται στους ανθρώπους που είναι μαζί και όχι κοντά.


Σε σχέση με την θάλασσα είναι η πρώτη φορά στην ιστορία της Ανθρωπότητας που μιλάμε σοβαρά για την έννοια της ενέργειας της θάλασσας. Ενέργεια με την ολότητά της, δεν μιλώ μόνο και μόνο για υδρογονάνθρακες και υδρίτες μεθανίου. Είναι ενδιαφέρον ότι τα ¾ του πλανήτη είναι θάλασσα και είμαστε όλοι πάνω στην ξηρά. Αυτό είναι αυτό που πιστεύουμε… οι Έλληνες είναι εδώ και καιρό πάνω στις θάλασσες.


Όλοι θεωρούμε ότι το διαδίκτυο –το ίντερνετ είναι μια επανάσταση και είναι σίγουρα η δεύτερη μεγαλύτερη επανάσταση μετά την ατομική βόμβα. Η ατομική βόμβα είναι αυτή που επέτρεψε στην ανθρωπότητα να καταλάβει ότι μπορεί να αυτοκτονήσει. Και το διαδίκτυο είναι αυτό που επέτρεψε στην ανθρωπότητα να σκεφτεί ότι μπορεί να σκεφτεί μαζί. Τεράστιο θέμα. Δεν μιλάω για κοινωνικά δίκτυα γιατί αυτό είναι εκφυλισμός. Στην πραγματικότητα αυτά σκέφτονται μόνο μόνα τους και δε σκέφτονται πια μαζί. Το διαδίκτυο πρέπει να είναι δια-δίκτυο αλλιώς είναι απομόνωση.


Μπερδεύουμε την έννοια της ομάδας με την έννοια της παρέας. Η παρέα αποτελείται από άτομα που είναι μόνοι και είναι κοντά. Η ομάδα αποτελείται από ανθρώπους που είναι μακριά και είναι μαζί. Ο Ελληνισμός λειτούργησε πάντοτε ως ομάδα.


Όταν έρχεται σιγά-σιγά η έννοια της ΑΟΖ, να θεσπίσει, να οριοθετήσει, να θεσπίσει πάνω στο δίκαιο της θάλασσας είναι κάτι που είναι πάρα πολύ φυσιολογικό για τον Ελληνισμό.


Δεν αξιολογούμε σωστά αυτό που γίνεται και τώρα στην Κύπρο. Η ιστορία της ΑΟΖ είναι μία συνεχόμενη “γειτονική” (τουρκική) ήττα. Ενώ κανένας δεν το προσέχει! Δηλαδή, έχουμε κράτη (Τουρκία) που έλεγαν ότι δεν πρέπει καν να υπάρχει η έννοια της ΑΟΖ, ήδη απ’το 1978. Έχουμε κράτη που έλεγαν ότι δεν πρέπει να υπογραφτεί η σύμβαση Montego Bay για την ΑΟΖ. Έχουμε κράτη που λένε ότι δεν έπρεπε να γίνει ποτέ τίποτα στην Μεσόγειο, ακόμη λιγότερο στην ανατολική. Και η Κύπρος έχει καταφέρει να κάνει μια οριοθέτηση το 2003, μια θέσπιση το 2004, μία οριοθέτηση το 2007, μια άλλη το 2010 και οι Κύπριοι λένε ότι τα πράγματα είναι χάλια. Και ρωτάω: Έχετε αναρωτηθεί πώς βλέπουν οι “γείτονες” αυτό που ονομάζετε χάλια, το οποίο ήταν εντελώς αδιανόητο πριν 10 χρόνια; Έχετε αναρωτηθεί πώς τα πράγματα έχουν αλλάξει που τώρα σιγά σιγά μας λένε ότι θα ‘ταν καλό οι αγωγοί μας να περνάνε κι από αλλού (Τουρκία); Έχετε αναρωτηθεί γιατί ξαφνικά μιλάμε για πάρε-δώσε πάνω στις βάσεις και ταυτόχρονα την ίδια στιγμή υπάρχουν συναντήσεις στο νησί -το άλλο- που αφορούν τους υδρογονάνθρακες; Έχετε αναρωτηθεί γιατί υπάρχουν 2 υπουργοί και όχι ένας, ούτε μόνο ένας πρόεδρος, που βρίσκονται στην ίδια σύσκεψη κι ο ένας έχει αποκλειστική αρμοδιότητα για υδρογονάνθρακες; Έχετε αναρωτηθεί γιατί καλούμε ανθρώπους από το άλλο νησί που ασχολούνται αποκλειστικά με εμπόριο πάνω στους υδρογονάνθρακες; Θα’ταν καλό, θα νιώθατε καλύτερα και θα καταλαβαίνατε επιτέλους ότι η ΑΟΖ είναι ένας τεράστιος μοχλός πίεσης, ο οποίος δεν υπήρχε ποτέ πριν.


Απ’το 1974 η πρώτη σημαντική κίνηση έγινε το 2003 (για την Κύπρο). Κάθε χρόνο μας λεν ότι θα λυθεί το πρόβλημα το οποίο δεν το ονομάζουμε πρόβλημα, το ονομάζουμε μόνο Κυπριακό. Κάθε χρόνο λοιπόν μας λεν ότι κάνουμε διαπραγματεύσεις, συναντήσεις, δύσκολες, σημαντικές… χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Είναι μερικοί από σας - λέω για τους πιο νέους – που έχουν ζήσει συνεχώς μ’αυτό. Οι πιο γέροι λένε «εντάξει ρε παιδιά, τα ξέρουμε». Και στις 2 περιπτώσεις ψηφίζουμε αυτούς που μας λένε οτι «τώρα θα λυθεί». Σημασία λοιπόν να ξέρετε έχει ότι η πρώτη μεγάλη κίνηση που γίνεται είναι η οριοθέτηση (ΑΟΖ) με την Αίγυπτο. Είναι τεράστιας σημασίας και το βλέπετε ακόμη και τώρα και μπορώ να σας πω ότι η συμμαχία που έχουμε κάνει με την Αίγυπτο για την ΑΟΖ δυσκολεύει πάρα πολύ άλλες σχέσεις γειτονικές που δεν ξέρουν τι να τις κάνουν. Και η ενίσχυση αυτής της συμμαχίας και επιπλέον οι 2 οριοθετήσεις από την πλευρά της Αιγύπτου για τα δικά της μπλοκ τα οποία σταματούν ακριβώς εκεί που ξεκινάει και η Κυπριακή και η Ελληνική ΑΟΖ κι αυτό είναι τεράστιο θέμα. Κι αυτή η διαφοροποίηση έγινε ακριβώς από την Κύπρο. Σας υπενθυμίζω ότι αρχικά η Αίγυπτος ήθελε να πάρει ακριβώς τα 2/3 (όσον αφορά την οριοθέτηση ανάμεσα σε Αιγυπτιακή-Κυπριακή ΑΟΖ) λέγοντας «εσείς είστε μικρό νησί, εμείς έχουμε μεγάλη ακτογραμμή». Και κατάφερε η Κύπρος να κάνει μια οριοθέτηση πάνω στην έννοια της μέσης γραμμής, και το κατάφερε αυτό το πράγμα 3 φορές. Κι εφόσον το κατάφερε και πραγματικά ζει σε Ευρωπαϊκό και ΑΟΖικό πλαίσιο, τώρα σιγά-σιγά μπαίνει και στο φυσικό και πετρελαϊκό πλαίσιο.


Θυμάστε πολύ καλά ότι πριν μερικά χρόνια - μια δεκαετία - μας έλεγαν ότι το φυσικό αέριο δεν υπάρχει καν. Μετά μας έλεγαν ότι αποκλείεται να βρεθεί πετρέλαιο. Και τώρα υπογράφουμε συμβόλαια με εταιρίες οι οποίες μας εξηγούν ότι θα τρυπήσουν κατευθείαν στα 7μιση χιλιάδες μέτρα κατευθείαν για πετρέλαιο διαπερνώντας το φυσικό αέριο. Κι αυτό το θεωρούμε τώρα φυσιολογικό. Και εφόσον το έχουμε κάνει τόσο φυσιολογικό και είναι όλα φυσιολογικά, στο τέλος της υπόθεσης δεν καταλαβαίνουμε ποτέ τι σημαίνει θαύμα. Άμα και τα θαύματα για την Κύπρο είναι φυσιολογικά, ε τότε άσ’το. Δηλαδή, τι πρέπει να γίνει για να καταλάβετε ότι αυτή η στρατηγική στην Κύπρο είναι η αιχμή του δόρατος του Ελληνισμού; Στην Ελλάδα κάνουμε ότι μπορούμε για να ακολουθήσουμε αυτό το παράδειγμα.


Η ΑΟΖ ενισχύει τα νησιά.


Επειδή είμαστε ένας λαός του χρόνου, θα’ταν καλό να συνειδητοποιήσουμε και να μη μπερδεύουμε τα τοπικά προβλήματα του χώρου με τις στρατηγικές λύσεις του χρόνου. Το μέλλον έχει αρχίσει ήδη στην Κύπρο. Και να ξέρετε, για να είμαι πιο συγκεκριμένος: Η επίλυση του Κυπριακού γίνεται μέσω της ΑΟΖ. Όταν θα το συνειδητοποιήσετε μπορεί να είναι αργά, και να ελευθερωθεί η Κύπρος και πάλι να μη το έχετε πάρει χαμπάρι. Δε θα θεωρείτε ότι είναι θαύμα, θα σας φαίνεται τόσο φυσιολογικό και θα λέτε «εντάξει, αργήσαμε κιόλας». Λέω λοιπόν ότι όταν κάποιος σας λέει συγκεκριμένα ότι ένας Ελληνισμός που είναι ικανός να βάλει σε παρένθεση 400 χρόνια κατοχής δεν είναι ικανός να ξεπεράσει 40 χρόνια προβλημάτων, είναι γελοίο. Και βέβαια είναι ικανός, το θέμα είναι να το πιστεύει ο ίδιος, το θέμα είναι να ενεργεί ο ίδιος και το θέμα δεν είναι να περιμένει από τους άλλους. Εδώ το έχουμε. Αυτό που φτιάχνουμε τώρα είναι ένα εργαλείο, σχεδόν ένα οπλοστάσιο που μας επιτρέπει να πούμε ότι υπάρχουμε, είμαστε πραγματικά ένας λαός που παρ’όλο που προσπάθησαν μερικοί να μας αφανίσουν, συνεχίζουμε να είμαστε εδώ και γι’αυτό τον λόγο, το μόνο που έχω να σας ευχηθώ, είναι το εξής: Καλή συνέχεια.


Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2014

Ανθρώπινες σχέσεις - το καλύτερο και το καλό.

Ανθρώπινες σχέσεις - το καλύτερο και το καλό
Θεοδωρής Τσιαμίτας


Είναι πολλοί που εκτιμούν τις μανάδες τους γιατί έχουν τις καλύτερες μαμάδες του κόσμου. Τα καλύτερα αδέρφια, τους καλύτερους φίλους, τους καλύτερους συντρόφους, τους καλύτερους δασκάλους.
Αν σ'ενδιαφέρει το καλύτερο, να θυμάσαι πως κάποτε θα υπάρξει καλύτερο κι απ'αυτό κι εσύ θα αντικαταστήσεις το προηγούμενο. Αν είναι αντικείμενο, δεν πειράζει. Ο άνθρωπος όμως πονάει. Θα πληγωθείς αν κάποιος δικός σου σε αντικαταστήσει με άλλον γιατί τον βρήκε καλύτερο απο εσένα, δεν είναι έτσι; Δε γίνεται να είμαστε όλοι μας καλύτεροι σε όλα και διαχρονικά. Αυτό είναι το πρόβλημα και θα υπάρχει όσο υπάρχουν άτομα να αναζητούν τις καλύτερες σχέσεις και όχι τις καλές. Οι ανθρώπινες σχέσεις δεν αντικαθιστώνται. Οπότε όσον τις αφορά, αν θέλεις να είσαι ανθρώπινος και σε ενδιαφέρει η διάρκεια να ποντάρεις στο καλό, όχι στο καλύτερο. Το καλύτερο εξ'ορισμού είναι περιορισμένο χρονικά, κι αυτό ονομάζεται εξέλιξη.











25η Μαρτίου - Τι είναι Ελληνισμός

 Η χώρα μας δεν είναι απλά χώρος αλλά πνεύμα, τόσο οικουμενικό που εμπνέει και επηρεάζει παγκοσμίως και διαχρονικά, μερικές φορές περισσότερ...